Διαβάστε επίσης

𝚳𝚬 𝚶𝚸𝚨𝚳𝚨 𝚱𝚨𝚰 𝚨𝚰𝚺𝚰𝚶𝚫𝚶𝚵𝚰𝚨 𝚮 𝚬𝚴𝛀𝚺𝚮 𝚷𝚶𝚴𝚻𝚰𝛀𝚴 𝚷𝚰𝚬𝚸𝚰𝚨𝚺 𝚼𝚷𝚶𝚫𝚬𝚾𝚻𝚮𝚱𝚬 𝚻𝚮 𝚴𝚬𝚨 𝚾𝚸𝚶𝚴𝚰𝚨, 𝚷𝚸𝚨𝚪𝚳𝚨𝚻𝚶𝚷𝚶𝚰𝛀𝚴𝚻𝚨𝚺 𝚳𝚬𝚺𝚨 𝚺𝚬 𝚷𝚴𝚬𝚼𝚳𝚨 𝚺𝚼𝚲𝚲𝚶𝚪𝚰𝚱𝚮𝚺 𝚷𝚴𝚶𝚮𝚺 𝚻𝚮𝚴 𝚱𝚨𝚯𝚰𝚬𝚸𝛀𝚳𝚬𝚴𝚮 𝚱𝚶𝚷𝚮 𝚻𝚮𝚺 𝚩𝚨𝚺𝚰𝚲𝚶𝚷𝚰𝚻𝚨𝚺

𝚺𝚨𝚴 𝚺𝚮𝚳𝚬𝚸𝚨 𝟐𝟖 𝚺𝚬𝚷𝚻𝚬𝚳𝚩𝚸𝚰𝚶𝚼 𝚬𝚱𝚶𝚰𝚳𝚮𝚯𝚮 𝚶 𝚾𝚸𝚼𝚺𝚨𝚴𝚯𝚶𝚺 𝚽𝚰𝚲𝚰𝚷𝚷𝚰𝚫𝚮𝚺 𝚳𝚬𝚪𝚨𝚲𝚶𝚺 𝚨𝚪𝛀𝚴𝚰𝚺𝚻𝚮𝚺 𝚻𝚶𝚼 𝚷𝚶𝚴𝚻𝚶𝚼 𝚱𝚨𝚰 𝚶 𝚻𝚬𝚲𝚨𝚼𝚻𝚨𝚰𝚶𝚺 𝚳𝚮𝚻𝚸𝚶𝚷𝚶𝚲𝚰𝚻𝚮𝚺 𝚻𝚸𝚨𝚷𝚬𝚭𝚶𝚼𝚴𝚻𝚶𝚺

28 Σεπτεμβρίου, 2025

Κοινοποίηση:

Κυριακή 1η Οκτωβρίου 2023, μέλη και φίλοι της Ένωσης Ποντίων Πιερίας έζησαν σε κλίμα συγκίνησης μία ιστορική εκδήλωση, τα αποκαλυπτήρια προτομής του Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρύσανθου, γεμάτη από πολιτιστικά και ιστορικά μηνύματα!

2 Ιουνίου1941, Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος αρνείται να ορκίσει την κυβέρνηση των δωσίλογων του Τσολάκογλου.
Τούτες τις ώρες του 1941, όταν οι Γερμανοί είχαν εισβάλλει στην πρωτεύουσα, ο συμπατριώτης μου Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ο από Τραπεζούντας Χρύσανθος, αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση των δοσίλογων, αφού η συνεργασία με τους κατακτητές ήταν «πράξη αντεθνική, στην οποία η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να δώσει τον όρκο και την ευλογία της».
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, σε αντίθεση με πολλούς άλλους, επέλεξε τον Θεό και όχι τον Καίσαρα ……

Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος (Χαρίλαος Φιλιππίδης ήταν το κοσμικό του όνομα), γεννήθηκε το 1881 στην Γρατινή της Κομοτηνής. Μετά από εγκύκλιες σπουδές στο ημιγυμνάσιο της Ξάνθης, σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (1897-1903). Ακολούθως διορίστηκε καθηγητής στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας, χειροτονήθηκε διάκονος το 1903 και εν συνεχεία υπηρέτησε ως αρχιδιάκονος στη Μητρόπολη Τραπεζούντας. Συνέχισε τις σπουδές του στη Λωζάνη και τη Λειψία (1907-1911) στο Κανονικό Δίκαιο και τη γλωσσολογία. Μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη διορίστηκε διευθυντής του περιοδικού «Εκκλησιαστική Αλήθεια» και αρχειοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τον πατριάρχη Ιωακείμ Γ’.
Το 1913 εξελέγη Μητροπολίτης Τραπεζούντας, αλλά προτού μεταβεί στην έδρα του, επισκέφθηκε την Αθήνα και συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με τον οποίο διατηρούσε φιλία. Κατά την περίοδο του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου ορίστηκε διοικητής Τραπεζούντας, τόσο από τους Τούρκους, όσο και από τους Ρώσους, που κατείχαν για ένα διάστημα την πόλη του Πόντου. Μετά τον πόλεμο χρησιμοποιήθηκε σε εθνικές αποστολές για την προβολή των δικαίων του αλύτρωτου Ελληνισμού στη Γαλλία, στην Αγγλία και στην Ιταλία (1918-1920).
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και χρημάτισε από το 1926 «αποκρισιάριος» (αντιπρόσωπος) του Οικουμενικού Πατριαρχείου και χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες αποστολές για την αντιμετώπιση εκκλησιαστικών ζητημάτων.
Μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσόστομου (Παπαδόπουλου) το 1938, ήταν υποψήφιος για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, αλλά υπελείφθη κατά μία ψήφο (30 έναντι 31), του συνυποψηφίου του μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού (Παπανδρέου), ο οποίος εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Η εκλογή του προσβλήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και ακυρώθηκε με την έντονη παρέμβαση του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.
Τότε ο Μεταξάς κατάργησε το νόμο της Επανάστασης του 1922, που θέσπιζε την εκλογή του Αρχιεπισκόπου από την Ιεραρχία και επανέφερε το προηγούμενο καθεστώς, που όριζε ότι η Ιερά Σύνοδος υποδεικνύει τρεις ιεράρχες (τριπρόσωπο) και ο βασιλιάς επιλέγει τον ένα εξ’ αυτών. Έτσι, στις 13 Δεκεμβρίου 1938, ο Χρύσανθος διορίστηκε με βασιλικό διάταγμα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.

Κατά τη σύντομη παραμονή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο επέδειξε εντυπωσιακή δραστηριότητα για τους εθνικούς αγώνες και για τα εκκλησιαστικά πράγματα. Η εκλογή του ως μέλους της Ακαδημίας Αθηνών (28 Νοεμβρίου 1938), αποτέλεσε αναγνώριση των παλαιοτέρων εθνικών του αγώνων και ενίσχυσε την πνευματική του ακτινοβολία.
Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1941 οργάνωσε την εθελοντική οργάνωση «Πρόνοια Στρατευσίμων» και βοήθησε παντοιοτρόπως της οικογένειες των μαχομένων στρατιωτών.
Ως αρχιεπίσκοπος αναδεικνύει και πάλι τα ηγετικά του προσόντα. Κατά την ιταλική επίθεση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε διάγγελμά του προς το λαό, αναφέρει τα εξής: «Η Εκκλησία ευλογεί τα όπλα τα ιερά και πέποιθεν ότι όλα τα τέκνα της Πατρίδος, ευπειθή εις το κέλευσμα αυτής και του Θεού, θα σπεύσωσιν εν μια ψυχή και καρδία να αγωνισθώσιν υπέρ βωμών και εστιών και της ελευθερίας και της τιμής και θα συνεχίσωσιν ούτως την απ’ αιώνων πολλών αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και θα προτιμήσωσι τον ωραίον θάνατον από την άσχημην ζωήν της δουλείας…».
Σθεναρή υπήρξε η στάση του εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Απέφυγε να παραστεί στην παράδοση της Αθήνας στα στρατεύματα κατοχής (27 Απριλίου 1941) και αρνήθηκε να ορκίσει την πρώτη κυβέρνηση δοσιλόγων του στρατηγού Τσολάκογλου (30 Απριλίου 1941), χαρακτηρίζοντάς την ενέργειά του «πράξη αντεθνική, στην οποία η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να δώσει τον όρκο και την ευλογία της».
Η άρνησή του αυτή και η εν γένει απαξιωτική συμπεριφορά τους προς τους κατακτητές, επιτάχυνε την απομάκρυνσή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Συγκλήθηκε Μείζων Σύνοδος, η οποία αποκατέστησε στο θρόνο τον Δαμασκηνό (2 Ιουλίου 1941) και αποδοκίμασε τον διορισμό του Χρύσανθου ως αντικανονικό. Έκτοτε, ο Χρύσανθος ιδιώτευσε ασχολούμενος με τα εθνικά και θρησκευτικά θέματα και το συγγραφικό του έργο, που ήταν πλούσιο και πολυποίκιλο («Το ζήτημα του Ευξείνου Πόντου», «Η Εκκλησία της Τραπεζούντος» κ.ά.). Μετά την απελευθέρωση δεν επιδίωξε την επάνοδό του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Ο Χρύσανθος, πρώην Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, πέθανε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 1949, σε ηλικία 68 ετών και κηδεύθηκε με τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού.