Στον αλησμόνητο Πόντο, η γυναίκα υπήρξε ο σιωπηλός αρχιτέκτονας του κοινωνικού και οικογενειακού οικοδομήματος, μια μορφή σμιλευμένη από την πέτρα των βουνών και την αλμύρα της Μαύρης Θάλασσας. Δεν ήταν απλώς η σύντροφος, αλλά η συνεκτική ουσία που κράτησε τον Ελληνισμό όρθιο σε συνθήκες συχνά αδιανόητες.
Στην καθημερινή ζωή, η Πόντια ήταν το σύμβολο της εργατικότητας. Με τους άνδρες να λείπουν συχνά για δουλειές στην ξενιτιά ή στα βάθη της Ανατολής, εκείνη γινόταν ο απόλυτος διαχειριστής του σπιτιού και της γης. Από το όργωμα και τη συγκομιδή μέχρι την ανατροφή των παιδιών, η δύναμή της ήταν η εγγύηση για τη συνέχεια του γένους. Ήταν η θεματοφύλακας της μνήμης, καθώς μέσα από τα νανουρίσματα στην ποντιακή λαλιά, τις παραδόσεις και την ευλάβειά της, διατήρησε άσβεστη τη φλόγα της ταυτότητας και της ορθόδοξης πίστης.
Όταν όμως οι καιροί σκοτείνιασαν, η νοικοκυρά μεταμορφώθηκε σε ηρωίδα. Στις τραγικές στιγμές των διωγμών και της Γενοκτονίας, η γυναίκα του Πόντου σήκωσε στις πλάτες της το βάρος ενός ολόκληρου λαού. Έγινε η ασπίδα των παιδιών της στις πορείες θανάτου, η νοσοκόμα των πληγωμένων και η παρηγοριά των απελπισμένων. Ακόμα και στον δρόμο της προσφυγιάς, μέσα από τις στάχτες και τον πόνο, ήταν εκείνη που με απαράμιλλη αξιοπρέπεια φύτεψε τον σπόρο του Πόντου στη νέα πατρίδα, μπολιάζοντας την Ελλάδα με τον πολιτισμό, τη μαγειρική και το πείσμα της για ζωή.
Η Γυναίκα του Πόντου δεν λύγισε ποτέ· υπήρξε το “κάστρο” που κράτησε ζωντανή την ψυχή μιας πατρίδας που δεν ξεχνιέται.





